Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

Φροντιστήριο και το «λίκνο» της ζωής

           Μόλις είχα πάρει τη «δόση» μου, από την ενημέρωση της πρωινής ζώνης κάποιου τηλεοπτικού καναλιού και αποφάσισα να πάρω τον αέρα μου στους έρημους δρόμους της πόλης. Πάντα οι έρημοι δρόμοι με ηρεμούν, κάτι σα «βάλιουμ» και μόνο που σκέπτομαι πώς θα είναι από την Τρίτη, με χαλαρώνει και με προτρέπει ν’ απολαύσω τη στιγμή.



           Κατέβαινα τα σκαλιά της οικοδομής έχοντας στο νου μου αυτά που μόλις πριν είχα ακούσει, προβληματισμένος και αγανακτισμένος συνάμα. Όχι, δεν χρησιμοποιώ το «ασανσέρ». Στους άλλους λέω ότι το κάνω για γυμναστική, μα στην ουσία ο φόβος των ηλεκτρικών διακοπών, είτε ηθελημένων, είτε λόγω φορτίων και του καύσωνα που επικρατεί στον εγκλωβισμό, με οδηγούν στην πατροπαράδοτη λύση των ποδιών.
           Είχα φτάσει στο ύψος του πρώτου ορόφου, όταν άκουσα πολλές παιδικές φωνές από κάτω στο πλατύσκαλο. Κοντοστάθηκα να δω από ποιους προέρχονταν οι φωνές, γιατί όσο να ‘ναι παραμονές Δεκαπενταύγουστου, δεν περιμένει κανείς να δει παιδιά να παίζουν στην πόλη, αλλά μόνο στις ακρογιαλιές ή στα «χωριά» των γονιών τους.
           Ήταν 5 παιδιά, 10-12 χρονών και έπαιζαν «Μονόπολη», εκτός από το ένα και μάλιστα την παραδοσιακή και όχι την ηλεκτρονική έκδοση. Κάποια μάνα θα την βρήκε και τους την έδωσε για να «ξεφορτωθεί» την φασαρία.
           Η διαμάχη που επικρατούσε στις τάξεις του πλατύσκαλου, είχε να κάνει με την άρνηση κάποιου παίχτη να πληρώσει κάποια «ενοίκια» που του αναλογούσαν (για όσους ξέρουν Μονόπολη, οι υπόλοιποι ας διαβάσουν το ανέκδοτο).
           Οι όροι και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσαν οι λιλιπούτειοι «Τζορτζ Σόρος» μου θύμισαν τον πρωινό οικονομικό αναλυτή της τηλεόρασης. Ο πειρασμός ήταν πολύ μεγάλος για να αντισταθώ στην περιέργεια να παρακολουθήσω, κρυμμένος στη στροφή της σκάλας του μεσωρόφου.
           Το ένα παιδάκι, το μόνο που ήταν ένοικος της οικοδομής και ο ιδιοκτήτης του παιχνιδιού, είχε καταφέρει να αποκτήσει κάποια «ξενοδοχεία» και όποιος έφτανε εκεί ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει το αντίστοιχο «ενοίκιο». Όλοι; Όχι όλοι, ήταν και ένα παιδάκι, ομολογουμένως εύσωμο, εύρωστο και ίσως και λίγο μεγαλύτερο, που αρνιόταν να «πληρώσει», απειλώντας να κάνει χρήση της δύναμής του.
           Χωρίς να το πολυσκεφτώ έδωσα νοερά «ρεαλιστικούς» ρόλους και υπόσταση στους εκκολαπτόμενους φορολογούμενους πολίτες.
           Ο «ιδιοκτήτης» του παιχνιδιού και κάτοχος κτιρίων και «υπηρεσιών» ήταν ο υπουργός οικονομικών που έπρεπε να «μαζέψει» τους φόρους.
           Ο εύρωστος και εύσωμος παίκτης ήταν ο καταπατητής και ο «μεγάλος» της κοινωνίας που φοροδιαφεύγει και δεν πληρώνει και ούτε που δίνει λόγο σε κανέναν.
           Τα άλλα δύο παιδάκια που ήταν τακτικά στις πληρωμές και μόνο μερικές φορές δυσανασχετούσαν που πλήρωναν μόνο αυτοί, ήταν οι απλοί Έλληνες φορολογούμενοι.
           Το πέμπτο παιδάκι που δεν έπαιζε, ήταν απλός παρατηρητής και κάθε φορά που του ζητούσαν την άποψή του αυτός την έδινε, χωρίς βέβαια αυτή να είναι δεσμευτική για τους υπόλοιπους παίχτες. Ε, αυτός ήταν ο Ευρωπαίος Επίτροπος ή ο πρόεδρος της Κομισιόν.
           Για μια στιγμή, αγανακτισμένος με το εύσωμο παιδάκι αλλά και για τον παραλληλισμό που είχα κάνει, μου ‘ρθε η επιθυμία να παρέμβω για να αποκαταστήσω την τάξη. Φρέναρα το μένος μου γιατί κατάλαβα πως θα έπαιρνα μέρος στο παιχνίδι σαν «πλανητάρχης» και θα συμφωνούσαν μαζί μου όσο ήμουν παρών. Μόλις όμως απομακρυνόμουν τα πράγματα θα γύριζαν όπως ήταν πριν ή ακόμα χειρότερα, μπορεί ο «μεγάλος» και «φοροφυγάς» να έκανε χρήση της διάπλασης του εις βάρος των υπολοίπων.
           Ξερόβηξα για να μη τους τρομάξω και κατέβηκα τα υπόλοιπα σκαλιά για να φύγω, αφήνοντας πίσω μου την αδικία να «βασιλεύει» στο φροντιστήριο της ζωής, έτσι όπως έχει αποδειχτεί το «λίκνο» της, η Μονόπολη.


       Βασίλης Α. Βαφιάδης
          Σέρρες, 14.8.2011
          vafvas@yahoo.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου